Καπράγια, Τοσκανικό αρχιπέλαγος, Φεβρουάριος 1914

Μου είπαν πως η Οφέλια δεν υπάρχει. Το είπε κι ο γιατρός. Πρώτη φορά ερχόταν γιατρός στο σπίτι, πρώτη φορά έβλεπα από κοντά κάποιον ξένο. Του άρπαξα το χέρι και του έδειξα την Οφέλια. «Κοίτα! Τη βλέπεις;» Κοίταξε εκεί που έδειχνα και στράφηκε προς το μέρος μου. Έβαλε το χέρι στο μέτωπό μου. «Έχεις πυρετό» μου είπε μόνο. «Τη βλέπω, σε κοιτάζει» επέμεινα. «Είναι ο πυρετός. Όταν περάσει, θα φύγει κι αυτή μαζί του». Θέλησα να του πω πως υπήρχε και πριν από την αρρώστια, μα η νόνα Γκρατσιέλα μου έκανε νόημα να μη μιλήσω. Έτσι, έκλεισα τα μάτια για να μη βλέπω. Κι από κείνη τη μέρα όλα άλλαξαν. Η Οφέλια ερχόταν στα όνειρά μου κι έμενε όταν ξυπνούσα – ένας εφιάλτης που μόνο ο Αγκοστίνο μου μπόρεσε να σπάσει.

Γεννήθηκα με το σημάδι του διαβόλου που φέρουν όλα τα θηλυκά της γενιάς της Γκρατσιέλας, κι όπου πάμε, σπέρνουμε κακοτυχία, φονικά, κι ο τόπος ερημώνει. Είμαι η Ρομίνα και σήμερα είναι η τελευταία μέρα που ζω.

Μια σειρά από φονικά συνταράσσει τη μικρή κοινωνία της Καπράγιας. Σ’ αυτά προστίθεται μια επιδημία ευλογιάς, και οι μέρες γίνονται όλο και πιο σκοτεινές. Η παράνοια, ο φόβος και ο θρησκευτικός φανατισμός παίρνουν τα ηνία, και όλοι ψάχνουν για το εξιλαστήριο θύμα.

Οι ήρωες, παγιδευμένοι στα στενά πνευματικά και γεωγραφικά όρια του νησιού, πασχίζουν να περισώσουν ό,τι μπορούν από τις επιθυμίες τους, ερχόμενοι σε ευθεία σύγκρουση με τις κοινωνικές επιταγές. Το τέλος έρχεται με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μνήμες ανασύρονται, και η τραγική αλήθεια ρίχνει άπλετο φως στο σκοτάδι.

Η κριτική μας

Ακρωτήρι Καπράγια, Τοσκάνη Ιταλίας, αρχές του προηγούμενου αιώνα. Μια ατμόσφαιρα χρωματισμένη έντονα γκρίζα και κλειστοφοβική, όπως ακριβώς κυριαρχεί στο εξώφυλλο του βιβλίου. Θα μπορούσε να πει κανείς πως έχει έντονα στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ.
Ένας άγονος και υγρός διαολότοπος, μια απίστευτα ρεαλιστική αφήγηση, χαρακτήρες παγιδευμένοι στα λάθη και τη μοίρα τους, προκαλώντας και τη μοίρα των συντοπιτών τους. Αμαθής και αγράμματοι, θύματα των προκαταλήψεων, να προσπαθούν να γιατρέψουν τη τρέλα και τις ψευδαισθήσεις με ξόρκια και μαντζούνια.
Ένα απίστευτα δυνατό, με γερές βάσεις στη πραγματικότητα μυθιστόρημα, που προκαλεί πολύ δυνατά συναισθήματα στον αναγνώστη.
Μια ολοζώντανη γλώσσα που ρέει αβίαστα και μπορεί να μας κάνει να περιπλανηθούμε σε μια κοινωνία που υπήρξε κάτι παραπάνω από 100 χρόνια πριν, να γίνουμε μάρτυρες για το πόσο διαφορετικό πνευματικό επίπεδο κυριαρχούσε τότε και τις πραγματικά σπαταλημένες ζωές ανθρώπων που τους κατάπιε η λήθη και κανείς δεν τους θυμάται πια, καθώς το στίγμα τους χάθηκε για πάντα, αφού δεν κατάφεραν να αφήσουν πίσω τους ένα σημάδι αξιομνημόνευτο.
Μια εποχή εξαιρετικά δύσκολη για τις γυναίκες, ειδικά σε αυτό το νησί, μιας και οι περισσότερες μικροπαντρεύονταν. Ή ήσαν σκληρές για να μπορέσουν να επιβληθούν και να επιβιώσουν, ή μαλθακές, υποταγμένες για να αντέξουν το ξύλο, την ταπείνωση, την απαξίωση, την ειρωνεία για να μπορούν να υπηρετούν συζύγους, πεθερικά, και ολόκληρο το σόι τους.
Οι δε άντρες σκληροί σαν τους βράχους του νησιού, ναυτικοί ριζωμένοι σε λιμάνια και θάλασσες, αλλά παρ’ όλα αυτά γεμάτοι με αντιθέσεις στην ψυχοσύνθεσή τους.
Ένα πολύ καλογραμμένο μυθιστόρημα που το συνιστούμε στους αναγνώστες, που τους αρέσει ένα ρεαλιστικό ταξίδι στο χθες.

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ

ΚΑΠΡΑΓΙΑ
Scroll To Top
Συνεχίζοντας την περιήγηση, αποδέχεστε τη χρήση cookies!